Γονείς, παιδιά και επιθυμία. Η επιθυμία ως ζητούμενο στη ζωή μας και στη σχέση μας με τα παιδιά. 

Γονείς

Σήμερα θα προσπαθήσουμε να μιλήσουμε με απλά λόγια για την επιθυμία, αφού η επιθυμία είναι σημαντική σε κάθε έκφανση της ζωής μας, αλλά και σε αυτό που μας ενδιαφέρει σε αυτές τις συναντήσεις, στη σχέση μας με τα παιδιά μας.

Αρχικά θα προσπαθήσουμε να ορίσουμε την επιθυμία. Όπως μας διαφωτίζει ο Ιταλός ψυχαναλυτής Μάσσιμο Ρεκαλκάτι, η επιθυμία είναι μια δύναμη που μας διασχίζει. Όταν κάποιος άνθρωπος μιλάει για τις επιθυμίες του έχει μια ιδιαίτερη δύναμη, καταλαβαίνουμε ότι μιλάει για κάτι που τον ξεπερνά.

Ένα απλό παράδειγμα για την επιθυμία είναι ο έρωτας. Κανένας δεν αποφασίζει ποιον θα ερωτευτεί, αφού νιώθουμε βαθιά μέσα μας την επιθυμία για τον άλλον, χωρίς πολλές φορές να μπορούμε να εξηγήσουμε αυτό που νιώθουμε. Με άλλα λόγια η επιθυμία που αφορά πολλούς τομείς της ζωής, τον έρωτα και τον γάμο, την γνώση, το επάγγελμα, την απόκτηση παιδιών και το μεγάλωμά τους, την σχέση μας με τον Θεό, είναι κάτι το βιωματικό και την ίδια στιγμή κάτι το υπερβατικό.

Είναι κάτι που αν λείπει από τη ζωή μας, η ζωή δεν έχει ενδιαφέρον, δεν έχει νόημα, περνάει δύσκολα, αργά και άχρωμα. Καταλαβαίνουμε λοιπόν πόσο σημαντικό είναι να δώσουμε το δώρο της επιθυμίας στα παιδιά μας. Μια πρώτη παρατήρηση που θέλω να κάνω, είναι πόσο σημαντικό είναι τα παιδιά μας να είναι παιδιά επιθυμίας, να επιθυμούσαμε δηλαδή τον ερχομό τους, να τα θέλαμε στη ζωή μας και να θέλουμε να τα μεγαλώσουμε. Ας πάμε όμως ένα βήμα παραπέρα.

Πώς γεννιέται η επιθυμία στο παιδί; Πως μπορούμε να δώσουμε στο παιδί την επιθυμία;

Πως μπορούμε να εμφυσήσουμε στο παιδί την επιθυμία για επιθυμία που είναι στην ουσία επιθυμία για ζωή. Η απάντηση είναι εξαιρετικά απλή και εξαιρετικά σύνθετη. Δίνοντάς του την δική μας μαρτυρία ως επιθυμούντα πρόσωπα, που περνάει μέσα από την προσπάθεια και τη διαδικασία να βρούμε την επιθυμία στη ζωή μας. Η Φρανσουάζ Ντολτό σημειώνει ότι κάθε φορά που το παιδί θέλει ένα αντικείμενο η επιθυμία του είναι να ταυτιστεί με κάποιον. Όταν μαζεύει λουλούδια, τα λουλούδια είναι πάντα για κάποιον. Όταν μιλάει, απευθύνεται πάντα σε κάποιον, ακόμα κι αν αυτός ο κάποιος δεν είναι παρών. Αυτό που κάνει ή λέει το παιδί, το κάνει ή το λέει σκοπεύοντας πάντα να ταυτιστεί με κάποιον που είναι στα μάτια του ένα πρότυπο ή έχει μια αξία στα μάτια των άλλων.

Κάπως έτσι ξεκινάει η ζωή του παιδιού. Η ζωή είναι συνδεδεμένη με τον Άλλο (λέγοντας Άλλον εννοούμε τους γονείς, τους παππούδες και τα άλλα κοντινά πρόσωπα). Ο Άλλος είναι απαραίτητος στο παιδί αφού του δίνει το πρότυπο, την πυξίδα, τον φάρο.

Το ζητούμενο είναι λοιπόν να είμαστε πρότυπα, πυξίδες, φάροι για τα παιδιά μας, να είμαστε επιθυμούντα πρόσωπα, πρόσωπα δηλαδή πουν ζουν δημιουργικά και αισθάνονται ότι η ζωή είναι άξια να τη ζει κανείς. Ζωή άξια να τη ζει κανείς. Πόσο ωραία ηχεί αυτή η φράση. Πόσο ζωντανή είναι. Ίσως είναι δύσκολο να βρούμε πολλούς που πραγματώνουν μια τέτοια ζωή. 

Πως ξεκινάει όμως μια τέτοια πορεία για έναν άνθρωπο;

Σύμφωνα με τον Γούινικοτ για το βρέφος κάθε λεπτομέρεια της ζωής του είναι παράδειγμα δημιουργικής ζωής , εφόσον του δοθεί η ευκαιρία να ζει δημιουργικά, να χρησιμοποιεί αντικείμενα δημιουργικά με την προϋπόθεση πάντα μιας μητέρας που μπορεί να του τα παράσχει αυτά. Αν δεν του δοθεί αυτή η ευκαιρία , τότε δεν υπάρχει χώρος για παιχνίδι ή πολιτιστική εμπειρία. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην υπάρχει ο συνδετικός κρίκος με την πολιτιστική κληρονομιά . Το παιδί τότε, όντας αποστερημένο, είναι εξαιρετικά ανήσυχο και ανίκανο να παίξει, και η ικανότητά του για εμπειρία στο πολιτιστικό πεδίο είναι μηδαμινή. Συνδέεται λοιπόν τόσο στενά η ικανότητα για παιχνίδι με την ικανότητα για δημιουργική ζωή. Είναι αλληλένδετα αυτά τα δύο. Μας εκπλήσσει η αφοσίωση και το πόσο σοβαρά παίρνουν τα παιδιά το παιχνίδι, πόσο το θέλουν και το επιδιώκουν, πόσο το χαίρονται και πόσο δείχνουν να είναι «αλλού» όταν παίζουν. Πρέπει και εμείς σαν γονείς να τα αφήνουμε να παίζουν, να χαίρονται, να μάθουν να ζουν δημιουργικά.  

Πως μια μητέρα παρέχει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για παιχνίδι και άρα για την συνέχεια που είναι η δημιουργική ζωή. Η Ντολτό μας διαφωτίζει ότι η μητέρα αυτή δεν είναι σίγουρα μια αγχώδης μητέρα που ζει με τον συνεχή φόβο της αρρώστιας ή των ατυχημάτων. Μια τέτοια μητέρα θα αγχώσει το παιδί της που θα είναι διαρκώς ανήσυχο γιατί η παραμικρή του κίνηση, η ελάχιστη πρωτοβουλία του θα κάνει τη μητέρα του να ανησυχεί. Αυτό θα έχει σαν αποτέλεσμα το παιδί να μην μπορεί να εκφράσει την επιθυμία του. Σε κάθε χαρά της ζωής του θα ορθώνονται εμπόδια. Οποιαδήποτε σκέψη του, θα οδηγεί στην εσωτερική αυτό-λογοκρισία. Όσα λέγονται για τη μητέρα ισχύουν εξίσου και για τον πατέρα. Μεγαλώνοντας, το παιδί δεν θα μπορεί να επιθυμεί ή να κινείται δίχως να αναστατώνεται, δεν θα μπορεί να χαίρεται τη ζωή δίχως να κατηγορεί γι’ αυτό τον εαυτό του. Ένοχο που αγχώνει τη μητέρα του, θα φυτοζωεί για να μη φανεί στα μάτια της ότι φταίει. Μια μητέρα λοιπόν που δεν εμπιστεύεται τη ζωή, οδηγεί το παιδί στην ενοχή. Η ενοχή δεν του επιτρέπει να ζήσει, να γευτεί τις χαρές της ζωής, να αποκτήσει τη γνώση, να αναπτύξει δυνατότητες και ικανότητας της ζωής και της χαράς.


Ντολτό, Φ. (2002). Τα ευαγγέλια και η πίστη: Ο κίνδυνος μιας ψυχαναλυτικής ματιάς. Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

Recalcati, M. (2015). Η δύναμη της επιθυμίας. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.

Winnicott, D. W. (2019). Το παιχνίδι και η πραγματικότητα (Γ. Καλομοίρης, μτφρ.). Εκδόσεις Αρμός. (Έργο που δημοσιεύτηκε αρχικά το 1971) ητες που θα αποκτούσε από την εμπειρία  

Επικοινωνία